δαφνηφόρος

δαφνη-φόρος, ον,
A bay-bearing,

δ. τιμαῖς A.Supp.706

; δ. κλῶνες branches of bay borne in worship of Apollo, E.Ion422; δ. ἄλση groves of bay-trees, Hdn.1.12.2.
2 Subst., bearer of bays, at Eleusis, IG22.1092B25.
II epith. of Apollo at Thebes, Paus.9.10.4; at Eretria, IG12(9).210.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαφνηφόρος — bay bearing masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφνηφόρος — ον βλ. δαφνοφόρος …   Dictionary of Greek

  • δαφνηφόροι — δαφνηφόρος bay bearing masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφνηφόροιο — δαφνηφόρος bay bearing masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφνηφόροις — δαφνηφόρος bay bearing masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφνηφόρους — δαφνηφόρος bay bearing masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαφνηφόρῳ — δαφνηφόρος bay bearing masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ДАФНЕФОРИИ —    • Δαφνηφόρια, τα,          праздник в честь Аполлона, совершавшийся в Дельфах, в Темпейской долине и в Беотии, в память его очищения после убиения им Пифона (см. Delphicum oraculum, Дельфийский оракул). В Фивах этот праздник совершался через… …   Реальный словарь классических древностей

  • -φορος — ΝΜΑ β συνθετικό παροξύτονων και προπαροξύτονων ονομάτων, αρσενικών και θηλυκών, και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα φορ τής ρίζας τού ρήματος φέρω* και απαντά σε μεγάλο αριθμό συνθέτων (σχεδόν… …   Dictionary of Greek

  • δάφνη — (daphnae).Γένος δικοτυλήδονων φυτών της οικογένειας των θυμελαϊδών. Η ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει οκτώ είδη, από τα οποία τα πιο διαδεδομένα είναι η δ. η μεζέρεια, η δ. η κνέωρη και η δ. η δαφνοειδής.Η πρώτη συναντάται στα δάση της χώρας μας.… …   Dictionary of Greek

  • δαφναίος — δαφναῑος, α, ον (Α) [δάφνη] 1. ο δάφνινος 2. (επίθ. τού Απόλλωνος) ο δαφνηφόρος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.